Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

La Playa Loutraki - 30,31/3/2018

Βικιλεξικό

χαμός αρσενικό

(οικείο) φασαρία ή μεγάλη αναστάτωση ή μεγάλη ανακατωσούρα

στο La Playa κάθε εβδομάδα γίνεται χαμός

γίνεται χαμός (βλέπε έκφραση): χαλάει ο κόσμος, της πουτάνας το κάγκελο
ο χαμός (με έμφαση στο άρθρο): το σώσε, το έλα να δεις, του ουισκιού